07/09/2026
🧚 "σάρα-μάρα / σούξου-μούξου / ξανά-μανά " ✨
🔳 ΑΝ κατάγεστε από την Πελοπόννησο, θα έχετε ίσως ακούσει τη φράση “άρα-κατάρα”. Είναι ένα είδος απευχής, όχι όμως για κάτι που θα γίνει, αλλά κάτι που έχει ήδη γίνει (πχ «άρα κατάρα, τι ήθελα & πήγαινα;»). Λένε ότι πιθανόν προήλθε από τη φράση “αρά και κατάρα” (ως επιτακτική εντολή, πβ. “ευχή & κατάρα”).
Το σημαντικό όμως είναι κάτι άλλο, ότι στο ζεύγος "άρα-κατάρα" το "κατάρα" λειτουργεί σαν επαυξημένη επανάληψη του “άρα”. Δεν είναι τυχαία αυτή η επανάληψη. Η κατάρα είναι ένα είδος μαγικής επωδής και ένα συχνό χαρακτηριστικό τέτοιων επωδών είναι η αναδίπλωση της λέξης. (Θυμηθείτε τη πιο γνωστή τέτοια επωδή το “άμπρα-κατάμπρα”). Μάλιστα, επειδή η δεύτερη λέξη αλλάζει μορφή, το σχήμα λέγεται «παραμορφωτική αναδίπλωση».
🔳 Ως ένα είδος τέτοιας επωδής, και μάλιστα αρατικής (κατάρα) εικάζεται ότι σχηματίστηκε η ελληνιστική φρ. “σάρα-μάρα”. (Για τη λ. "σάρα" έχουν διατυπωθεί διάφορες εικασίες, όπως ότι προέρχεται από το ρ. “σαρώνω” (κατά το “ζάρα – ζαρώνω”) . Όσο για τη δεύτερη λέξη, τη “μάρα”, αποτελεί την κατάληξη “–μάρα” που αποσπάστηκε από τα (όχι τυχαίως) κακόσημα σύνθετα ουσιαστικά (“χαζο-μάρα”, “κουτα-μάρα” κ.λπ.).
Εδώ όμως φεύγουμε από το χώρο της μαγικής επωδής. H χρήση του “μάρα” ως β΄ σκέλους ενός τέτοιου ζεύγους, έδωσε στους ομιλητές την εντύπωση ότι αυτό το “μ” επιτελεί γενικά τη λειτουργία της παραμόρφωσης σε ζεύγη λέξεων. Έτσι, με πρότυπο τη φρ. “σάρα- μάρα” σχηματίζονται κι άλλα ζευγάρια με αναδίπλωση (χωρίς βέβαια σχέση με μαγικές επωδές), όπου η β΄ λέξη είναι ό,τι ακριβώς και η πρώτη, μόνο με την προσθήκη ενός -μ-.
🔳 Έτσι δημιουργήθηκαν οι παρακάτω λέξεις-φράσεις:
● “σέα-μέα”
Τα πράγματα, όλα όσα ανήκουν σε κάποιον ΣΥΝ. τα “συμπράγκαλα”. (Το “σέα” είναι πιθανόν πληθ. τού “σέ(γ)ι” < τουρκ. “şey” «πράγμα»).
● “ξανά-μανά"
για κάτι που επαναλαμβάνεται συχνά και ενοχλητικά
● “σούξου-μούξου”
Λόγια ασαφή, χωρίς ξεκάθαρο περιεχόμενο ΣΥΝ. “μου-σου-τού” (Το “σούξου” ίσως είναι το “σου” από τη φράση “μου-σου-του” (γεν. εν. τής προσ. αντωνυμίας) με προσθήκη στο τέλος τού στερητ. “ξε-“ ).
● “άρες μάρες”
Ανοησίες. Οι “άρες” είναι μάλλον ο πληθυντικός της αρχ. λ. “ἀρά” (ἡ) («κατάρα, καταστροφή», με αναβιβασμό τόνου [> άρα] αναλογικά προς το “κατάρα”). Μάλιστα, στην ήδη ακατανόητη φράση, αργότερα προστέθηκε η λέξη “κουκουνάρες” («άρες-μάρες-κουκουνάρες»), για να τονιστεί η κενότητα, η ανοησία των λόγων...
● “ΙΚΑ, μίκα ...”
Σε οικεία, λαϊκή γλώσσα χρησιμοποιείται κάποιες φορές η φράση "ΙΚΑ, μίκα, σύκα" για (συνήθ. απαξιωτική) αναφορά στις κρατήσεις και εισφορές που πληρώνει κάποιος στο κράτος.
🔳 Είναι ενδιαφέρον, τέλος, ότι η παραμορφωτική αναδίπλωση με τη χρήση του -μ- απαντά και σε γλωσσοδέτες. Αναφέρουμε δύο παραδείγματα.
● "ο τζίτζιρας, ο μίτζιρας"
📖
ο τζίτζιρας, ο μ ί τ ζ ι ρ α ς , ο τζιτζιμιτζιχότζιρας,
ανέβηκε στη τζιτζιριά, τη μιτζιριά, τη τζιτζιμιτζιχοτζιριά
[…]
● “τα σύνεργα και τα μίνεργα”
📖
– Εκκλησιά μολυβδωτή γλυκομολυβδοκαντηλοπελεκητή,
ποιος σε γλυκομολυβδοκαντηλοπελέκησε;
– Του γλυκομολυβδοκαντηλοπελεκητή ο γιος.
– Αν είχα εγώ τα σύνεργα, τα μ ί ν ε ρ γ α , τα γλυκομολυβδο-
καντηλοπελέκια του, θα σε γλυκομολυβδοκαντηλοπε-
λεκούσα καλύτερα από του γλυκομολυβδοκαντηλοπε-
λεκητή το γιο!" (γλωσσοδέτης της Νάξου)
❧
ΥΓ Αντί για γρίφο, πείτε τον γρήγορα... :)