08/09/2026
Η μειωμένη πρόσληψη σε υδατάνθρακες, μειώνει τον καρδιαγγειακό κίνδυνο... H μεγαλύτερη ανασκόπηση που έχει γίνει μέχρι σήμερα στο είδος της, αξιολόγησε 174 τυχαιοποιημένες κλινικές μελέτες για διατροφή με μειωμένη πρόσληψη υδατανθράκων σε σύγκριση με την υψηλότερη πρόσληψη. Tα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι δίαιτες με λιγότερους υδατάνθρακες βετιώνουν σημαντικά την καρδιαγγειακή υγεία και τη σύστατη του σώματος. Συγκεκριμένα:
- μείωσαν τα τριγλυκερίδια
- μείωσαν την αρτηριακή πίεση
- βελτίωσαν τη σχέση τριγλυκεριδίων / HDL
- βελτίωσαν τη σχέση LDL / HDL
- μείωσαν τη συστηματική φλεγμονή
- αύξησαν την «καλή» χοληστερόλη.
Επιπλέον, βελτιώθηκαν όλοι οι δείκτες σύστασης του σώματος (σωμ. βάρος, σωμ. λίπος, ΒΜΙ, περιφέρεια μέσης).
Αντίθετα, αυξήθηκαν ελαφρά η LDL (5 mg/dL) και η ολική χοληστερόλη (4 mg/dL). Η αύξηση αυτή είναι πολύ μικρή και δεν έχει κλινική σημασία σε σχέση με τα συνολικά μεταβολικά οφέλη.
Οι δίαιτες που αξιολογήθηκαν χωρίστηκαν σε τρεις κατηγορίες, ανάλογα με το πόσοι από τους υδατάνθρακες περιορίστηκαν:
- Μέτρια πρόσληψη (26% έως 45%): 130 έως 225 gr/ημ.
- Χαμηλή πρόσληψη (10% έως 26%): 50 έως 130 gr/ημ.
- Κετογονική (κάτω από 10%): λιγότερο από 50 gr/ημ.
Οι κετογονικές δίαιτες οδήγησαν σε μεγαλύτερη απώλεια βάρους, αλλά και σε μεγαλύτερη αύξηση της LDL και της ολικής χοληστερόλης. Ωστόσο, όταν η αύξηση αυτή συνοδεύεται από τη βελτίωση των υπόλοιπων δεικτών, δεν συνδέεται με αύξηση του καρδιαγγειακού κινδύνου.
Τα μεγαλύτερα οφέλη φάνηκαν όταν οι υδατάνθρακες αντικαταστάθηκαν από λιπαρά και πρωτεΐνες.
Τα θετικά αποτελέσματα ήταν πιο έντονα στις γυναίκες και σε άτομα με αυξημένο βάρος ή παχυσαρκία. Επίσης, όσο περισσότερο διαρκούσε η αλλαγή στη διατροφή, τόσο μεγαλύτερη ήταν η βελτίωση στους δείκτες των λιπιδίων και της φλεγμονής.